Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Γιώργου Ιωάννου «+13-12-43». Δύο μαρτυρίες ως παράλληλα κείμενα.





       Από το βιβλίο του Δημήτρη Καλδίρη “Το δράμα των Καλαβρύτων”, Εκδόσεις ΣΗΜΑΝΤΡΟ

Ο Γιώργης Γιωργαντάς διηγείται τις αναμνήσεις του από τη σφαγή των Καλαβρύτων:

          «Τότε έδωσε το σύνθημα του θανάτου ο Πυράρχης στα πολυβόλα, που άρχισαν να μας γαζώνουν. Τον πρώτο που είδα να πέφτει από τις πρώτες ριπές, ήταν ο Αθανασιάδης, που θέλησε να διαμαρτυρηθεί. Εγώ με τις πρώτες ριπές έπεσα αμέσως κάτω και άλλοι έπεσαν πάνω μου, γι’ αυτό και δεν έπαθα τίποτα από τους πολυβολισμούς. (…) Κάποτε τα πολυβόλα σταμάτησαν και νομίσαμε ότι θα γλυτώναμε. Για κακή μας τύχη όμως άφησαν τα πολυβόλα οι στρατιώτες και πλησίασαν στο σωρό των πτωμάτων. Τραβούσαν ένα – ένα από το πόδι ή το χέρι και, αν ανάσαινε, του ‘διναν τη χαριστική. Ο Πανταζής που ήταν δίπλα μου με ρώτησε τι είναι αυτοί. Του εξήγησα, ότι πρόκειται για χαριστική βολή. Τότε απελπίσθηκε. Όταν μας πλησίασαν οι Γερμανοί στρατιώτες, αποχαιρετισθήκαμε για πάντα. Είπα στον Πανταζή να κρατήσει την ψυχραιμία του, μήπως και τους ξεγελάσουμε, κάνοντας το σκοτωμένο. Δυστυχώς, όταν τον έσυρε ένας Γερμαναράς, δεν μπόρεσε να κρατήσει το φριχτό του πόνο και βόγγηξε. Δεν άκουσα πάλι τη φωνή του. Μόνο μια ντουφεκιά, που τον αποτέλειωσε. Ο φαρμακοποιός Πανταζής ήταν πλέον νεκρός. Εγώ, όπως ήμουν κάτω από δυο πτώματα, έπεφτε το αίμα τους όλο στα μούτρα μου, και με τα χέρια μου άλειφα το πρόσωπό μου με αίμα, γιατί σκέφθηκα, πως μόνο, αν τους ξεγελάσω, κάνοντας τον πεθαμένο, μπορούσα να γλυτώσω. (…) Ο πρώτος, που μ’ έσυρε, πράγματι ξεγελάστηκε. Νόμισε πως ήμουνα σκοτωμένος και με φιλοδώρησε με μια κλωτσιά φεύγοντας. Κοντά από τον πρώτο ήλθε και δεύτερος στρατιώτης. (…) Τελικά δεν μπόρεσα να κρατήσω άλλο την αναπνοή μου και ανάσανα. Τότε με πυροβόλησε με το πιστόλι του στο λαιμό κι έφυγε αμέσως. Το αίμα άρχισε να τρέχει πολύ και να με πνίγει. Έβηξα λίγο και ανέπνευσα. Σε λίγο έχασα τις αισθήσεις μου από τη μεγάλη αιμορραγία. Στην αρχή δεν μπορούσα να κουνήσω τα χέρια μου. Μόνο το μυαλό μου λειτουργούσε. Στην πληγή μου κόλλησε χώμα κι έτσι σταμάτησε η αιμορραγία. Τότε άρχισα να επανέρχομαι στη ζωή και ένιωθα πως μπορούσα να κουνήσω τα χέρια μου και τα πόδια μου».


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΔΙΡΗΣ “ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ” Εκδόσεις ΣΗΜΑΝΤΡΟ
            Μαριγώ Φερφελή: «Όταν βγήκα από το σχολειό, κράταγα στα χέρια τον Αλέξη μου, που ήταν τότε δέκα χρονώ. Τα τρία άλλα παιδιά μου τα χώρισαν με τους άνδρες. Ο Κίμωνας μάλιστα, που ήταν 13 χρονώ, την ώρα του χωρισμού έκλαιγε και ήθελε να πάει με τους άνδρες. Τον τράβηξα κοντά μου, αλλά μου ξέφυγε και μπήκε στην αίθουσα των ανδρών. (…)
            Πήδαγα τα πτώματα, πάταγα κι απάνω, χωρίς να θυμάμαι ποιοι ήσαν, κι έφθασα κοντά του. Πλησίασα το παιδί μου και αφού είδα, πως δεν ήταν σοβαρά, το ρώτησα:
-Πού είναι, Αργύρη μου, ο Βασίλης μας;
-Νάτος, μάνα, μου λέει, και έδειξε δίπλα το αναίσθητο πτώμα του Βασίλη.
-Ο Κίμωνας πού είναι;
-Να και ο Κίμωνας. Κοντά του και το παιδάκι μου κουβαριασμένο.
-Τον άκουσα τον Κίμωνα, μάνα, να φωνάζει στους Γερμανούς, γιατί με σκοτώνετε εμένα. Είμαι μικρός, δεν έκανα τίποτα. Όταν σταμάτησε όμως η φωνή του, σταμάτησε και η ζωή του».

Πηγή αποσπασμάτων: Λογομνήμων

Μερικές εργασίες
-          Λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα γεγονότα που περιγράφει ο Γ. Ιωάννου στο πεζογράφημά του «+13-12-43" και τις μαρτυρίες των παραπάνω αποσπασμάτων να εξηγήσετε την ψυχολογική κατάσταση του συγγραφέα.


-          «Καλό θα ήταν να μπορούσε να μεταμορφώνεται ο άνθρωπος όταν, πέφτει σε μεγάλο κίνδυνο, ή ν’ ανοίγει η γη και να τον κρύβει. Εγώ τουλάχιστον έτσι παρακαλούσα, όταν βρέθηκα σε κάτι τιποτένιους κινδύνους, που είναι ντροπή και να τους σκέφτομαι ακόμα». 
              Γιατί νιώθει έτσι ο αφηγητής; 



 -        Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο συγγραφέας επιμένει στην περιγραφή της στάσης των γυναικών; 

-     «Θεέ μου, μη μ΄ αφήνεις ούτε καλημέρα να’ χω πια με τέτοια, δήθεν, εξευγενισμένα, υποκείμενα».
      Πώς εξηγείτε την ικεσία του αυτή του αφηγητή;


Επισκεφτείτε επίσης:

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails