Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Γ. Βιζυηνού: "Το αμάρτημα της μητρός μου" Ένα παράλληλο κείμενο.


Κύρια πρόσωπα του αποσπ. είναι η Φωτεινούλα (η μάνα) και ο Γιασεμής (ο άντρας της).

            …Το θήλαζε λοιπόν νύχτα μέρα και το μωρό έδενε σιγά σιγά σαν άγουρο τσάγαλο μέχρι τα τέλη του Οκτώβρη. Εκεί άρχισαν τα ίδια που είχε και με τον πρώτο της γιο, τον αβάπτιστο ξανθό κούκλο, που τον έχασε σε μια βδομάδα μέσα χωρίς να καταλάβει πώς. Βυζαίνοντας της μάνας του το πρώτο γάλα, δεν έπαιρνε δράμι. Ανορεξία, θλίψη, ζάρωμα, κατήφεια κι έβλεπες ένα παιδάκι να έχει όλη τη ζωή μπροστά του και να ζαρώνει, να σακουλιάζει σαν γριά. Χωρίς χαρά, χωρίς διάθεση να κινήσει έστω και για λίγο έτσι τα χέρια ή τα μάτια του. Είχε μια σβησμάδα που σε τρόμαζε. Μαράζωνε μέρα με τη μέρα.
            «Ζούρας είναι Φωτεινή και τρέχα να το προλάβουμε», της είχε πει μια χήρα γιάτρισσα, πολύ γριά, από το διπλανό χωριό, που ήξερε από παλιά να γητεύει, σαν το πήγε τυλιγμένο νύχτα σπίτι της να της το δείξει. […]
            … Αν έχανε και τούτο το μελαχρινάκι της σαν τον άλλο ξανθό άγγελό της, ο κόσμος, θα ‘τανε πολύ μικρός για να τη χωρέσει πια. Μια σπίθα θέλει η τρέλα να ανάψει το φυτίλι της, συλλογιζόταν. […]
            «Πρέπει να το γητέψουμε το παιδί μας, Γιασεμή. Να το σώσουμε. Κάθε μέρα μαραζώνει, δεν θηλάζει, δεν γελάει σαν μωρό πια, μάσκα είναι το προσωπάκι του, θα το χάσουμε… Φοβάμαι…».
            «Μα πιστεύεις σε μάισσες και στα γητέματα, Φωτεινούλα; Γιατρό χρειάζεται το μωρό, αλλά πού να τον βρούμε;» […]
            «Το παιδί το χάνουμε, Γιασεμή, σαν το άλλο, το πρώτο μας. Σκέψου, αβάφτιστο μας ξέφυγε και στα αβάφτιστα μένουν καταραμένες κι αλύτρωτες οι ψυχές τους, σαν, όπως λένε, από το προπατορικό, και ποιος ξέρει τώρα πού η ψυχούλα του θα ταλανίζεται; Τούτο δω όμως θα το σώσω και δεν θα ξέρεις τον τρόπο. Δεν σηκώνω κουβέντα».
            Μαμή πρακτική και γαλακτερή λεχώνα θέλουνε τα μωρά, είχε σκεφτεί, μα πού να πει τη μύχια σκέψη του. Έβλεπε στα μάτια της μέσα τον ατέλειωτο πόλεμο, τον αβάσταχτο πόνο της, τη μαύρη Κατοχή, την τρελαμένη μάνα της. Τον πόνο που τον καρτερούσε και τον ζέσταινε κάθε βράδυ. Ήθελε να μπορούσε να τον ακούσει και να τον καταλάβει, να της πει πως ο κόσμος πάει μπροστά, δεν πάει πίσω, να της πει ακόμα πως οι μάγισσες και οι γητευτές έβρισκαν δουλειά τα πολύ παλιά τα χρόνια. Όχι τώρα.
            «Κάνε ό,τι νομίζεις», της ψιθύρισε, «αρκεί να’ ναι για το καλό του παιδιού…»
Πάρις Σταμέλος: «Οι γυναίκες της Κυριακής», εκδόσεις Καστανιώτη (σελ. 18 κ. εξ.)

  • Θα μπορούσαμε να ζητήσουμε  από τους μαθητές μας να συγκρίνουν τις συμπεριφορές  των δύο μητέρων, τις αναλογίες στο περιεχόμενο αλλά και τις ενδεχόμενες διαφορές ανάμεσα στα δύο κείμενα.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails